16/11/2009

Γεώργιος Παπανικολάου (George Papanicolaou)

Ο Γιώργος Παπανικολάου, ο διάσημος Έλληνας γιατρός, παθολογοανατόμος, βιολόγος κι ερευνητής, γεννήθηκε στην Κύμη της Εύβοιας το 1883 και πέθανε στο Μαϊάμι των ΗΠΑ το 1962. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, από όπου αποφοίτησε το 1904 και το 1907 πήγε στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε μαθήματα βιολογίας στο πανεπιστήμια της Ιένας (με τον καθηγητή Haeckel) και του Φράιμπουργκ (με τον καθηγητή Weisman). Στη συνέχεια γράφτηκε στο πανεπιστήμιο του Μονάχου, όπου παρακολούθησε τα μαθήματα του καθηγητή Ρίχαρντ Έρτβιχ (Richard Ertwich), στο εργαστήριο του οποίου άρχισε την πρώτη βιολογική του έρευνα «επί του καθορισμού του φύλου εις τα οστρακόδερμα της οικογενείας των δαφνιδών». Αφού αναγορεύτηκε διδάκτορας των φυσικών επιστημών στο πανεπιστήμιο του Μονάχου, επέστρεψε το 1910 στην Αθήνα. Στη συνέχεια πήγε στη Γαλλία, όπου εργάστηκε ως βιολόγος στο ωκεανογραφικό Ινστιτούτο του Μονακό, συμμετέχοντας και σε ωκεανογραφική εξερεύνηση του πρίγκιπα του Μονακό το 1911. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπηρέτησε ως ανθυπίατρος στους Βαλκανικούς πολέμους και το 1913 αναχώρησε για τις ΗΠΑ, όπου (έπειτα από μια σύντομη θητεία βοηθού στο παθολογοανατομικό τμήμα του Νοσοκομείου της Νέας Υόρκης) εργάστηκε ως βοηθός στον κλάδο της ανατομίας στο πανεπιστήμιο Cornel της Νέας Υόρκης. Στη συνέχεια εκλέχθηκε υφηγητής, έκτακτος καθηγητής και τέλος τακτικός καθηγητής της ανατομίας και ιστολογίας στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου αυτού, όπου παρέμεινε 47 χρόνια.
Μετά από σειρά εργασιών πάνω στην εκφυλιστική κληρονομική επίδραση του οινοπνεύματος στα ινδικά χοιρίδια, ο Παπανικολάου στράφηκε προς την έρευνα προβλημάτων που σχετίζονται με την αναπαραγωγή και τη λειτουργία των γεννητικών οργάνων, τον καθορισμό του φύλου, τη λειτουργία των ενδοκρινών αδένων και των φυλετικών ορμονών. Κατά τη διάρκεια των επιστημονικών του ερευνών εφάρμοσε μια πρωτότυπη μέθοδο, που ο ίδιος επινόησε, τη μέθοδο των επιχρισμάτων με διάφορα υγρά του οργανισμού, ειδικά παρασκευασμένα και χρωματισμένα αρχικά στα ινδικά χοιρίδια και μετά σε άλλα θηλαστικά. Με τη χρήση της μεθόδου αυτής, που την τελειοποίησε τεχνικά, απέδειξε την ύπαρξη τακτικής περιοδικότητας στο γεννητικό σύστημα των θηλέων στα τρωκτικά και σε άλλα κατώτερα θηλαστικά. Η εφαρμογή της μεθόδου αυτής σε ευρύτερη κλίμακα άνοιξε νέα περίοδο μεγάλης δραστηριότητας στην ενδοκρινολογία και τη μελέτη και απομόνωση των φυλετικών ορμονών.
Το 1923 εφάρμοσε τη μέθοδό του σε γυναίκες, αρχικά για μελέτη των φυσιολογικών γεννητικών λειτουργιών και στη συνέχεια για τη διάγνωση του καρκίνου της μήτρας και η οποία συνίσταται στην κυτταρολογική μελέτη των προϊόντων της αποφολίδωσης των επιθηλίων. Η μέθοδος αυτή, γνωστή διεθνώς ως μέθοδος Παπανικολάου (Pap test) εφαρμόζεται σήμερα σε όλο τον κόσμο για την έγκαιρη διάγνωση των νεοπλασιών, ιδιαίτερα του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.
Η πρώτη του ανακοίνωση για τη χρησιμότητα της κυτταρολογικής μεθόδου για τη διάγνωση του καρκίνου του αυχένα της μήτρας, που έγινε το 1928, έγινε δεκτή με πολύ σκεπτικισμό, επειδή η γνώμη που επικρατούσε τότε ήταν ότι η διάγνωση του καρκίνου με τη μελέτη των αποφολιδούμενων κυττάρων ήταν πρακτικά ανεφάρμοστη. Τέτοια διάγνωση θεωρείτο δυνατή μόνο με την τομή του πάσχοντος οργάνου.
Η εργασία του, που βοηθήθηκε από το «Commonwealth Fund», επεκτάθηκε σε ευρύτερη μελέτη των κυτταρολογικών αλλοιώσεων σε περιπτώσεις καρκίνου του αυχένα της μήτρας και του ενδομητρίου, και τα πορίσματά της δημοσιεύθηκαν το 1943 μαζί με αυτά του καθηγητή της γυναικολογίας Έρμπερτ Τράουτ (Herbert Traut) (1894-1972) σε ειδική μονογραφία με τον τίτλο «Διάγνωση του καρκίνου της μήτρας μέσω των κολπικών επιχρισμάτων». Η δημοσίευση της εργασίας αυτής δημιούργησε έντονο ενδιαφέρον και προκάλεσε τη δοκιμαστική χρησιμοποίηση της μεθόδου σε διάφορα νοσοκομεία. Το 1944 έγινε η πρώτη εφαρμογή της μεθόδου στη διάγνωση του καρκίνου των οργάνων του ουροποιητικού συστήματος και στη συνέχεια του αναπνευστικού, πεπτικού και άλλων συστημάτων του οργανισμού.
Ο Παπανικολάου με τις εργασίες τους αυτές θεωρείται ότι έγινε θεμελιωτής ενός νέου επιστημονικού κλάδου της «αποφολιδωτικής κυτταρολογίας», που βασίζεται στη μελέτη των αποφολιδούμενων κυττάρων του οργανισμού στις διάφορες κοιλότητες του σώματος. Η εφαρμογή της μεθόδου, που χρησιμοποίησε στις έρευνές του, και η οποία προς τιμή του ονομάστηκε «Μέθοδος Παπανικολάου», άνοιξε νέους ευρείς ορίζοντες στη γενετήσια φυσιολογία και ενδοκρινολογία, όπως και στη μελέτη και διάγνωση του καρκίνου.
Οι επιστημονικές εργασίες του Παπανικολάου που δημοσιεύθηκαν υπερβαίνουν τις 100, μεταξύ των οποίων τρεις ειδικές μονογραφίες.
Ο Παπανικολάου τιμήθηκε με πλήθος διακρίσεων και επιστημονικών βραβείων, μεταξύ των οποίων σημαντικότερες είναι: το μετάλλιο τιμής της Αμερικανικής Εταιρείας Καρκινολογίας, το 1952 και το βραβείο Λάσκαρ (Lasker Award), η μεγαλύτερη επιστημονική διάκριση των Ηνωμένων Πολιτειών. Υπήρξε επίσης μέλος της Ιατρικής Ακαδημίας Νέας Υόρκης, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών Νέας Υόρκης, αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Κυτταρολογικής Εταιρείας Νέας Υόρκης, επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών και άλλων ξένων πανεπιστημίων και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Το 1960 η Ακαδημία Αθηνών, μαζί με άλλα επιστημονικά Αμερικανικά ιδρύματα, υπέβαλε γι’ αυτόν υποψηφιότητα για το βραβείο Νόμπελ ιατρικής. Τελικά όμως δεν του απονεμήθηκε με την αιτιολογία ότι ο Παπανικολάου υπήρξε επινοητής της μεθόδου και όχι εφευρέτης φαρμάκου. Στα τελευταία χρόνια πριν από τον θάνατό του ανέλαβε την οργάνωση και τη διεύθυνση του Ινστιτούτου Ερευνών «Παπανικολάου», που ιδρύθηκε προς τιμή του στο Μαϊάμι της Φλόριντα. Στενός συνεργάτης στις επιστημονικές του δραστηριότητες υπήρξε η γυναίκα του Μάχη Μαυρογένη, η οποία προσπάθησε να συνεχίσει το έργο του, μετά τον θάνατό του.
Στη μνήμη του διάσημου Έλληνα ιατρού κυκλοφόρησαν γραμματόσημα στην Ελλάδα (1973) και στις ΗΠΑ (1977).

Χρώση κατά Παπανικολάου
Είναι μια κυτταρολογική εργαστηριακή μέθοδος χρώσης διαφόρων εκκριμάτων του σώματος προς αναζήτηση κυττάρων κακοήθων εξεργασιών, ιδιαίτερα των νεοπλασματικών. Με τη μέθοδο αυτή λαμβάνονται τα εκκρίματα από το αναπνευστικό, το πεπτικό, το ουρογεννητικό κλπ. Συστήματα, τα οποία πάντοτε περιέχουν ελεύθερα κύτταρα που αποσπάστηκαν από τα παραπάνω συστήματα, τα οποία με διάφορες ειδικές χρωστικές ουσίες χρωματίζονται και έτσι γίνονται ευδιάκριτα για να μελετηθούν με το μικροσκόπιο. Μεταξύ των κυττάρων αυτών βρίσκονται μερικές φορές και κύτταρα που αποχωρίστηκαν από κάποια νεοπλασματική εστία. Ιδιαίτερη αξιοπιστία παρουσιάζει η μέθοδος στην εξακρίβωση ύπαρξης καρκίνου της μήτρας και μάλιστα στο στάδιο πριν την εξάπλωσή του, οπότε και η εγχείρηση απαλλάσσει την άρρωστη από τον θανάσιμο κίνδυνο. Το έκκριμα λαμβάνεται με αναρρόφηση και με επιπόλαια απόξεση του τραχήλου της μήτρας, όπου συνηθέστερα αναπτύσσεται αρχικά ο καρκίνος της μήτρας. Και αφενός μεν το υλικό που λαμβάνεται με απόξεση δίνει υψηλού βαθμού ακρίβεια διάγνωσης του καρκίνου του τραχήλου, αφετέρου δε με αναρρόφηση, μικρότερης ακρίβειας διάγνωση από την προηγούμενη, αποκαλύπτει καρκίνο όχι μόνον του τραχήλου, αλλά και του ενδομητρίου, των σαλπίγγων και της ωοθήκης. Σύμφωνα με τον Παπανικολάου, τα εξεταζόμενα κύτταρα διαιρούνται σε 4 κατηγορίες από πλευράς κακοήθειας. Από αυτές οι δυο πρώτες στερούνται κακοήθειας, η δε τρίτη και τέταρτη αντιπροσωπεύουν κύτταρα αυξανόμενου βαθμού κακοήθειας.
Ευνόητη είναι η τεράστια σημασία της μεθόδου για την αποκάλυψη νεοπλασματικών αλλοιώσεων στα αρχικά τους στάδια, οπότε και η χειρουργική θεραπεία είναι αποτελεσματική. Κάθε εξέλκωση του τραχήλου της μήτρας πρέπει να θεωρείται ύποπτη κακοήθειας, να ελέγχεται εγκαίρως και ο έλεγχος αυτός να επαναλαμβάνεται κατά διαστήματα μέχρι πλήρους ίασης της εξέλκωσης. Επίσης, ασυνήθιστη εκροή από τη θηλή των μαστών πρέπει αμέσως να υποβάλλεται στην κατά Παπανικολάου εξέταση, το Pap test, όπως εν συντομία λέγεται στο εξωτερικό. Η εξέταση αυτή γίνεται από εξειδικευμένους στην κυτταρολογία ιατρούς.

Pap test
Κυτταρολογική εργαστηριακή μέθοδος που επινοήθηκε από τον Έλληνα ιατρό Γεώργιο Παπανικολάου (στον οποίον οφείλει και τη διεθνή της ονομασία) για την έγκαιρη διάγνωση των νεοπλασιών του τραχήλου της μήτρας. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή αφαιρούνται κύτταρα από την επιφάνεια του τραχήλου της μήτρας, επιστρώνονται σε αντικειμενοφόρο πλάκα, μονιμοποιούνται, χρωματίζονται με κατάλληλες χρωστικές για την ανάδειξη των πυρήνων και του κυτταροπλάσματος και εξετάζονται στο μικροσκόπιο, για να ανιχνευθούν ανώμαλα κύτταρα τα οποία είναι ή μπορούν να γίνουν καρκινικά.
Εδώ και πολλά χρόνια, είναι παγκοσμίως παραδεκτό ότι χάρη στις κυτταρολογικές εξετάσεις οι θάνατοι από καρκίνο της μήτρας έχουν υποδιπλασιαστεί, ενώ η αναλογία των καρκίνων που ανιχνεύονται στα αρχικά στάδια διπλασιάστηκε. Χάρη στο τεστ, ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, ο οποίος αποτελούσε άλλοτε το συχνότερο είδος καρκίνου στις γυναίκες, σήμερα βρίσκεται στη 13η θέση. Κάτω από άριστες συνθήκες λήψης και μονιμοποίησης του υλικού, όσον αφορά τη διάγνωση του πρώιμου καρκίνου, δηλαδή της ενδοεπιθηλιακής βλάβης, η αξιοπιστία του τεστ κυμαίνεται διεθνώς από 70% έως 80%.
Σύμφωνα με τις οδηγίες της Αμερικανικής Κυτταρολογικής Εταιρείας, οι οποίες εκπονήθηκαν ύστερα από μακροχρόνιες πληθυσμιακές μελέτες, το πρώτο τεστ πρέπει να γίνεται τρία χρόνια μετά την πρώτη πλήρη σεξουαλική επαφή και πάντως όχι αργότερα από το 21ο έτος. Επίσης, θα πρέπει να επαναλαμβάνεται ετησίως, εφόσον τα ευρήματα δεν υπαγορεύουν συντομότερα την επανεκτίμηση. Μετά το 30ο έτος της ηλικίας, γυναίκες οι οποίες είχαν τρία συνεχή αρνητικά τεστ (δηλαδή χωρίς ιδιαίτερα παθολογικά ευρήματα) μπορούν να ελέγχονται ανά διετία, εκτός αν υπάρχει διαφορετική ιατρική οδηγία. Γυναίκες άνω των 70 ετών μπορούν να σταματήσουν να κάνουν τεστ όταν έχουν επισκοπικά άψογο τράχηλο, έχουν προηγηθεί τουλάχιστον τρία αρνητικά τεστ και δεν έχει διαπιστωθεί κατά τα τελευταία 10 χρόνια οποιαδήποτε κυτταρολογική ανωμαλία που συνηγορεί για ενδοεπιθηλιακή βλάβη.Τελευταία, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις νέες τεχνολογίες, που αυξάνουν την αξιοπιστία της συγκεκριμένης εξέτασης, όπως η κυτταρολογία υγρής φάσης, που διαφέρει από το συμβατικό τεστ ως προς τη μέθοδο παρασκευής του υλικού.

13/11/2009

Αλεξάντερ Φλέμινγκ (Alexander Fleming)

Στην κρύπτη του Αγίου Παύλου, στο Λονδίνο, πλάι στον δούκα του Ουέλινγκτον και τον Οράτιο Νέλσον, αναπαύεται, από το 1955, ο σερ Αλεξάντερ Φλέμινγκ, ο άνθρωπος που ανακάλυψε την πενικιλίνη. Όπως ο Ουέλινγκτον και ο Νέλσον, έτσι και ο μεγάλος Σκωτσέζος μικροβιολόγος κέρδισε κάποια μάχη, ασφαλώς μια από τις πιο αποφασιστικές στον 20ο αιώνα. Ο βιολόγος Αλεξάντερ Φλέμινγκ γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου του 1881, σ’ ένα μικρό αγρόκτημα στο Lochfield της Σκωτίας. Ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά της οικογένειας. Στη ζωή των διάσημων ανδρών, η τύχη παίζει συχνά περίεργο ρόλο. Αυτό συνέβη και με το νεαρό Αλέξανδρο, που 15 ετών άφησε το πατρικό αγρόκτημα και πήγε στο Λονδίνο κοντά στον αδελφό του Tom, που ήταν φοιτητής της Ιατρικής. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο του Λονδίνου το 1897, βρήκε μια δουλειά γραφείου, όπου παρέμεινε έως το 1901. Το μέλλον του Αλέξανδρου Φλέμινγκ θα έμοιαζε με το μέλλον κάθε υπαλλήλου του Λογιστηρίου της American Life: προαγωγές, επιδόματα πολυετίας, σύνταξη. Όμως η κληρονομιά από κάποιο θείο του και οι στοργικές υποδείξεις του αδελφού του τον έκαναν να αφήσει τα λογιστικά, για να σπουδάσει κι αυτός Ιατρική στο Νοσοκομείο Saint Mary.
«Στο Λονδίνο», θα γράψει αργότερα, «είχα να διαλέξω μεταξύ 12 Ιατρικών Σχολών. Κατοικούσα σχεδόν σε ίση απόσταση από τρεις από αυτές. Δε γνώριζα καμία, αλλά παίζοντας σ’ ένα παιχνίδι είχα κερδίσει μια αξιομνημόνευτη παρτίδα κατατροπώνοντας τους φοιτητές της Σχολής Saint Mary. Γι’ αυτό διάλεξα αυτή τη σχολή».
Βρισκόμαστε στο 1901. Στην αυγή του νέου αιώνα ο Αλέξανδρος Φλέμινγκ έχει τη βεβαιότητα ότι θα γίνει χειρουργός στο Saint Mary. Όμως και πάλι η τύχη τροποποιεί τα σχέδιά του.
Το 1906, το εργαστήριο μικροβιολογίας του Πανεπιστημίου χρειάζεται για την ομάδα του ένα καλό σκοπευτή καραμπίνας. Ο Freeman, προσφιλής μαθητής του Άλμορθ Ράιτ (Almorth Edward Wright), του πιο σοβαρού μικροβιολόγου του Λονδίνου, προτείνει στον Φλέμινγκ να σώσει την τιμή του Ινστιτούτου παίρνοντας την καραμπίνα, όπλο που ο Άλεξ χειριζόταν με μεγάλη ικανότητα από την εποχή των κυνηγών στο πατρικό αγρόκτημα. Ο νεαρός χειρουργός πετυχαίνει εκατό στους εκατό στόχους ως πειστικό προοίμιο, «πρώτη συμβολή κάποιας αξίας», θα πει αργότερα αστειευόμενος ο Φλέμινγκ, «που πρόσφερα στο Ινστιτούτο Μικροβιολογίας. Ως εκείνη τη στιγμή η μελέτη των μικροβίων δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Αν στις αρχές δεν είχα παίξει σ’ εκείνο το παιχνίδι, δε θα είχα μπει στο Saint Mary. Αν δεν είχα σκοπεύσει τόσο καλά με την καραμπίνα μου, δε θα είχα γίνει βοηθός του καθηγητή Ράιτ και, επομένως, μικροβιολόγος».
Το 1906 λοιπόν, ύστερα από εκείνο το σκοπευτικό αγώνα, ο Φλέμινγκ αρχίζει να μελετά μικροβιολογία. Τα επόμενα χρόνια εργάστηκε ως βοηθός στην ερευνητική ομάδα του Άλμορθ Ράιτ, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη βακτηριολογία.
Όμως, άλλες ήταν οι τουφεκιές που τον έκαναν να στοχαστεί πάνω στο νόημα και τη σπουδαιότητα των ερευνών του. Ήταν οι τουφεκιές των εμπόλεμων, ύστερα από το επεισόδιο του Σαράγιεβο.
Όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος μεταξύ της Μ. Βρετανίας και της Γερμανίας, ο Φλέμινγκ κατατάχθηκε στο ιατρικό σώμα του βασιλικού στρατού. Μπροστά στα μάτια του περνούσαν οι φρικτές εικόνες του πολέμου, ενώ παραβρίσκεται ανίσχυρος μπροστά στο θάνατο χιλιάδων τραυματιών. Εκείνες τις ημέρες, γράφει σ’ ένα ημερολόγιό του: «...με περικυκλώνουν πληγές μολυσμένες, άνθρωποι που ουρλιάζουν και πεθαίνουν, ζωές που δε μπορούμε να σώσουμε. Μια μόνο ελπίδα έχω: να ανακαλύψουμε κάτι που να νικάει αυτές τις φρικτές μολύνσεις». Εργάστηκε για την ανάπτυξη μιας θεραπείας που θα μείωνε τους θανάτους στρατιωτών από τις διάφορες μολύνσεις, υποστηρίζοντας ότι τα αντισηπτικά δεν ήταν αρκετά αποτελεσματικά. Ωστόσο, το εγχείρημά του απορρίφθηκε, κυρίως λόγω έλλειψης κονδυλίων.
Μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Φλέμινγκ επιστρέφει στο Νοσοκομείο Saint Mary. Και πάλι η τύχη, μια σύμπτωση, θα έρθει σε βοήθεια του επιστήμονα. Μια μέρα του 1922, εκεί που παρακολουθούσε κάποια καλλιέργεια μικροβίων, παρατήρησε ένα ενδιαφέρον φαινόμενο. Ο μαθητής του Άλλισον (Allison) τον ακούει να φωνάζει: «Απίστευτο!».
Ο ίδιος αυτός δόκτωρ Άλλισον θα διηγηθεί αργότερα: «Η καλλιέργεια των μικροβίων ήταν σκεπασμένη από μεγάλες κίτρινες αποικίες. Αλλά το καταπληκτικό ήταν ότι υπήρχε μια ευρεία ζώνη χωρίς μικροοργανισμούς. Ο Φλέμινγκ μου εξήγησε ότι στο μέρος εκείνο είχε πέσει - μια μέρα που ήταν πολύ κρυωμένος - μια σταγόνα από τη μύτη του. Το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρο: η σταγόνα εκείνη θα πρέπει να περιείχε κάποια ουσία ικανή να σκοτώνει τα μικρόβια». Ο καθηγητής Ράιτ είναι εκείνος που ονόμασε την ουσία «λυσοζύμη».[1]
Δυστυχώς, όμως, η ουσία που είχε ανακαλύψει ο Φλέμινγκ, δρούσε μόνο εναντίον κοινών μικροβίων και όχι εκείνων που προκαλούσαν τις κυριότερες μικροβιακές νόσους.
«Πρέπει να προχωρήσουμε την έρευνα», λέει ο Φλέμινγκ, «να πειραματιστούμε με νέες ουσίες. Ας δοκιμάσουμε με τα δάκρυα». Ένα και μόνο δάκρυ αρκεί για να διαλύσει μια αποικία μικροβίων. Στο δοκιμαστικό σωλήνα το εναιώρημα των μικροβίων γίνεται «διαυγές όπως το τζιν», γράφει ο Φλέμινγκ στο σημειωματάριό του. Και συνεχίζει: «Επί πέντε εβδομάδες τα δάκρυά μου και τα δάκρυα του δόκτορα Άλλισον υπήρξαν η πρώτη ύλη της πυρετώδους μας έρευνας. Και ποτέ άλλοτε οι μανάβηδες της γειτονιάς δεν πούλησαν τόσα κρεμμύδια όσα εκείνες τις ημέρες. Τα χρησιμοποιούσαμε για να δακρύζουμε στους δοκιμαστικούς σωλήνες».
Παρά την αδιαφορία του επιστημονικού του περιβάλλοντος και μερικά σαρκαστικά σχόλια, ο Φλέμινγκ δε χάνει το θάρρος του και συνεχίζει επίμονα να ζητάει να βρει την ουσία εκείνη που καταστρέφει τα παθογόνα μικρόβια, χωρίς να προσβάλλει τα κύτταρα του ασθενούς.
Κάνει πειράματα με διάφορους τύπους μυκήτων. Η μελέτη του μύκητα «penicillium notatum» (ενός μύκητα με έντονους αντιμικροβιακούς χαρακτήρες) του φαίνεται, από το 1917 ήδη, μια παρήγορη αρχή. Δεν είναι τοξικός για τα ζώα, και αυτό αποτελεί πρόοδο απέναντι στα έως τότε γνωστά αντισηπτικά. Παρ’ όλα αυτά, η μυστηριώδης ουσία που εκκρίνει αυτός ο μύκητας είναι εξαιρετικά ασταθής και χάνει τη δραστικότητά του μέσα σε λίγες ώρες. Ο Φλέμινγκ την αποκαλεί «πενικιλίνη» κι επιχειρεί μάταια, μαζί με τους συνεργάτες του, να την παράγει στο εργαστήριο.
Σχεδόν σε όλες τις επιστημονικές ανακαλύψεις, ένα μέρος της επιτυχίας οφείλεται στην έρευνα κι ένα άλλο στην τύχη.
Το 1928 η τύχη παρουσιάζεται ξανά στον Φλέμινγκ με τη μορφή της μούχλας: η θαυματουργική ουσία που ψάχνει εδώ και 15 χρόνια, μπαίνει μια μέρα στο γραφείο του από το ανοικτό παράθυρο. Ελαφριά και σιωπηλή πάει και κάθεται σ’ ένα τρυβλίο που περιείχε μια αποικία σταφυλόκοκκων. Πρόκειται για έναν πολύ κοινό μύκητα, που ποιος ξέρει από ήρθε.
Και στις 15 Σεπτεμβρίου έκανε τυχαία τη μεγάλη ανακάλυψη. Λίγο πριν καταστρέψει ένα δοκιμαστικό σωλήνα με την καλλιέργεια κάποιων βακτηριδίων, ο Φλέμινγκ σκύβει και παρατηρεί την καλλιέργεια και προσέχει έκπληκτος ότι γύρω από αυτόν τον μύκητα οι σταφυλόκοκκοι έχουν εξαφανιστεί: αντί να έχουν τη συνηθισμένη όψη αδιαφανών και κίτρινων μαζών έμοιαζαν τώρα με διαυγείς σταγόνες δροσιάς. Ένα είδος μπλε μούχλας είχε αναπτυχθεί, που φαινόταν να είναι σε θέση να σκοτώνει τους επιβλαβείς οργανισμούς. Μια σειρά πειραμάτων απέδειξε αργότερα τα συμπεράσματά του και οδήγησε στην ανακάλυψη της πενικιλίνης.
Στις 13 Φεβρουαρίου 1929 ο Φλέμινγκ ανακοινώνει τα πρώτα αποτελέσματα της ανακάλυψής του: «Η πενικιλίνη σε δόσεις τεράστιες δεν είναι τοξική, ούτε ερεθιστική... μπορεί, είτε σε τοπική εφαρμογή είτε με ένεση, να αποτελέσει αποτελεσματικό αντισηπτικό κατά των μικροβίων».
Δυστυχώς, η ανακοίνωση αυτή συνάντησε πλήρη αδιαφορία και η έρευνά του έπρεπε να σταματήσει, καθώς δεν κατόρθωσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ιατρικής κοινότητας. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα δώδεκα χρόνια ώσπου να πειραματιστούν στον άνθρωπο με το θαυμάσιο αυτό φάρμακο.
Το έργο του ολοκλήρωσαν άλλοι επιστήμονες στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Μετά από πολλές προσπάθειες και δοκιμές, μια ομάδα χημικών και μικροβιολόγων της Οξφόρδης, με επικεφαλής τους Χάουαρντ Φλόρεϊ (Howard Walter Florey) (1898-1968) και Ερνστ Τσέιν (Ernst Boris Chain) (1906-1979), πέτυχε να απομονώσει ένα παρασκεύασμα πενικιλίνης που αποδείχθηκε εξαιρετικά δραστικό.












Στις 12 Φεβρουαρίου 1941 κάποιος αστυφύλακας της Οξφόρδης, ο Albert Alexander, 43 ετών, είναι ετοιμοθάνατος από σηψαιμία. Η μοίρα του είχε κριθεί, όταν του κάνουν μερικές ενέσεις πενικιλίνης. Σε λιγότερο από 24 ώρες παρουσιάζει καταπληκτική βελτίωση.
Αλλά η ιστορία του πρώτου ασθενή του Φλέμινγκ τελειώνει πικρά. Η παρακαταθήκη της πενικιλίνης που διέθετε η επιστήμη ήταν ελάχιστη: διακόπτεται η θεραπεία, ο ασθενής αρχίζει να πηγαίνει πάλι άσχημα, και στις 19 Μαρτίου πεθαίνει.
Η δυσκολία εξαγωγής της πολύτιμης αντιμικροβιακής ουσίας από το μύκητα ήταν το πρώτο κεφάλαιο, ίσως το πιο δραματικό και περιπετειώδες, στην ιστορία της πενικιλίνης.
Ο θάνατος του αστυφύλακα ταράζει βαθιά τη συνείδηση των πρώτων ανθρώπων που εργάζονταν για το νέο φάρμακο. Αποφασίζουν λοιπόν να μην επιχειρήσουν θεραπεία μέχρις ότου να έχουν τη βεβαιότητα ότι διαθέτουν αρκετό απόθεμα πενικιλίνης.
Από το Μάρτιο ως τον Ιούνιο του 1941, άλλοι 8 ασθενείς (κυρίως παιδάκια, που τους έδιναν ελάχιστες δόσεις) αντιδρούν θετικά στη θεραπεία με την πενικιλίνη. Σύντομα γίνεται φανερό ότι αν η πενικιλίνη πρόκειται να κλείσει τα τμήματα λοιμωδών των νοσοκομείων, αν πρόκειται να σώζει τη ζωή εκατομμυρίων ατόμων, που αλλιώς θα ήταν καταδικασμένα, πρέπει να παράγεται σε ποσότητες πολύ μεγάλες. Σε δύο περίπου χρόνια έχουν παραχθεί 4 εκατομμύρια μονάδες, όσες δηλαδή χρησιμοποιούνται σήμερα για τη θεραπεία ενός απλού πονόλαιμου. Η φαρμακοβιομηχανία της Αγγλίας που ήταν καταφορτωμένη από την πολεμική εργασία και συναντούσε δυσκολίες ανυπέρβλητες από την ανεπάρκεια εξοπλισμού, δεν ήταν σε θέση να παράγει πενικιλίνη σε μεγάλη κλίμακα. Μόνη ελπίδα απέμενε η Αμερική.
Τον Ιούλιο του 1941 η ομάδα των ερευνητών της Οξφόρδης συνεχίζει τις έρευνές της στα εργαστήρια της Peoria (Ιλινόις). Οι Αμερικανοί επιστήμονες βρίσκουν τον τρόπο να αυξηθεί κατά 20 φορές η απόδοση του αρχικού αντιβιοτικού στελέχους και αρχίζουν μια σειρά λεπτομερών ερευνών σε ευρύτατη κλίμακα πάνω στους μύκητες, οπότε οι αμερικανικές φαρμακοβιομηχανίες άρχισαν τη μαζική παραγωγή πενικιλίνης.
Στις 27 Αυγούστου 1942 οι «Times», στο κύριο άρθρο τους, κάνουν για πρώτη φορά νύξη για την πενικιλίνη, αλλά δεν αναφέρουν το όνομα του Φλέμινγκ.
Τέσσερις μέρες αργότερα, ο σερ Άλμορθ Ράιτ επισημαίνει με γράμμα του αυτή την ακατανόητη παράλειψη. Πρόκειται για τον ίδιο Ράιτ που ποτέ δεν είχε κρύψει το σκεπτικισμό του απέναντι στις μελέτες του μαθητή του.
Το 1943 τα αμερικανικά εργαστήρια άρχισαν να παράγουν πενικιλίνη σε αξιόλογες ποσότητες. Το νέο φάρμακο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πρώτα στα στρατιωτικά νοσοκομεία, για την αντιμετώπιση πολλών μολύνσεων. Σιγά-σιγά το νέο φάρμακο άρχισε να φθάνει λαθραία και στα πολιτικά νοσοκομεία. Στο τέλος ήρθε η δόξα για τον Φλέμινγκ και τους συνεργάτες του. Ο Σκωτσέζος επιστήμονας εκλέγεται, το 1943, μέλος της Βασιλικής Εταιρείας της Αγγλίας. Τον Ιούνιο του 1944 ο βασιλιάς του απονέμει τον τίτλο του «σερ».
Στις 25 Οκτωβρίου 1945, όταν είχε κιόλας αρχίσει η πενικιλίνη να ανακουφίζει τις αναρίθμητες πληγές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η επιτροπή του Βραβείου Νόμπελ απονέμει το βραβείο της Ιατρικής στον σερ Αλεξάντερ Φλέμινγκ, τον σερ Χάουαρντ Φλόρεϊ και τον καθηγητή Τσέιν. Όταν ο Φλέμινγκ βραβεύτηκε το 1945 με το Νόμπελ Ιατρικής δήλωσε ταπεινά: «Η φύση δημιούργησε την πενικιλίνη. Εγώ απλώς τη βρήκα». Στην πραγματικότητα, η ανακάλυψή του έφερε τα πάνω κάτω στη σύγχρονη ιατρική, αφού άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία πολλών αντιβιοτικών και την αντιμετώπιση δεκάδων ασθενειών.Όταν, στις 11 Μαρτίου του 1955, ο σερ Αλεξάντερ Φλέμινγκ πέθανε, από καρδιακή προσβολή, είχε σώσει περισσότερες ζωές από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο στη Γη.

[1] Η λυσοζύμη είναι ένα ένζυμο που έχει λυτικές ιδιότητες, είναι δηλαδή ικανό να καταστρέφει ορισμένα μικρόβια παθογόνα και μη. Βρίσκεται στον ορό του αίματος και σε άλλα οργανικά υγρά, ιδιαίτερα στα δάκρυα και στο σάλιο