23/11/2009

Μίκαελ Ντιμπέικι (Michael Ellis DeBakey)

Τα πρώτα τηλεγραφήματα των πρακτορείων έφτασαν από το Houston του Texas, στις 21 Απριλίου 1966. Επρόκειτο για ένα εγχείρημα που ασφαλώς θα το αναφέρει η Ιστορία της Ιατρικής: στο Presbyterian Hospital, τοποθέτησαν τεχνική καρδιά από πλαστικό υλικό στο κυκλοφορικό σύστημα ενός ασθενούς 65 ετών, του Marcel Derouder, και ο καθηγητής Μιχαήλ Ντιμπέικι (Michael DeBakey), ένας από τους μεγαλύτερους καρδιοχειρουργούς της Αμερικής, είχε σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι η επέμβαση είχε πετύχει, στις ουσιαστικές της γραμμές. Η πίεση του αίματος του αρρώστου κρατιόταν σε παραδεκτά επίπεδα, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν δυνατή η αντικατάσταση ή η ενίσχυση της καρδιάς με ένα είδος μικρής ηλεκτροκίνητης αντλίας για απεριόριστο χρονικό διάστημα.
Η «καρδιά» του Ντιμπέικι ήταν βελτιωμένη έκδοση του μηχανισμού που είχε κρατήσει το 1963 στη ζωή για 4 μέρες έναν άρρωστο που ψυχορραγούσε.
«Η αντλία που εγκαταστήσαμε έχει για έργο την ανακούφιση της εργασίας της αριστερής κοιλίας, που συνήθως εκτελεί το μεγαλύτερο μέρος της καρδιακής προσπάθειας. Πρόκειται για αντλία, βάρους μισού κιλού περίπου, που προορισμό της έχει την εκτέλεση, για απεριόριστο χρονικό διάστημα, θεωρητικά ακόμα και για μήνες, όλων των λειτουργιών της καρδιάς. Η σημερινή εγχείρηση ανοίγει το δρόμο προς δύο μεγάλες εξελίξεις της ιατρικής του μέλλοντος. Η πρώτη είναι η βαθμιαία σμίκρυνση των μηχανισμών που είναι απαραίτητοι για τη λειτουργία της τεχνητής καρδιάς. Η δεύτερη, σε απώτερο ασφαλώς χρονικό διάστημα, είναι η κατασκευή μιας αυτόνομης τεχνητής καρδιάς, ικανής να αντικαθιστά τις λειτουργίες της φυσικής. Την ημέρα που θα επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, οι καρδιακές παθήσεις θα πάψουν στην πραγματικότητα να είναι μοιραίες».
Η προσοχή όλου του κόσμου είχε στραφεί προς αυτή την πλαστική καρδιά που χτυπούσε στο στήθος του Μαρσέλ Ντιρούντερ από τις 11 και 18' της 21ης Απριλίου 1966. Στη λειτουργία της είχαν συμβάλλει γιατροί, βιολόγοι, φυσικοί, χημικοί, μηχανικοί. Στην Αμερική, τις έρευνες γύρω από την τεχνητή καρδιά χρηματοδοτούσαν η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και πολλά Ιδρύματα, μεταξύ των οποίων το Εθνικό Καρδιολογικό Ινστιτούτο κι η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία που είχαν ξοδέψει για το σκοπό αυτό μέσα σ’ ένα χρόνο, κάπου 15.000.000 δολάρια. «Δεν υπάρχει αναγκαστικά συσχετισμός μεταξύ χρήματος και ιδεών», υποστήριζε ο Ντιμπέικι, «είναι ωστόσο λογικό να υποθέτει κανείς ότι όπου διατίθενται περισσότερα χρήματα για την εκπαίδευση, τον εξοπλισμό και την επιχορήγηση μεγαλύτερου αριθμού τεχνικών αυξάνουν οι πιθανότητες μιας αποφασιστικής ανακάλυψης. Έως ότου λύσουμε το πρόβλημα της στεφανιαίας νόσου, το πιο σπουδαίο ζήτημα θα είναι η υποκατάσταση με οποιονδήποτε τρόπο της καρδιακής λειτουργίας. Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να μην πρέπει να προχωρήσουμε στην πλήρη υποκατάσταση μιας άρρωστης καρδιάς. Στην ουσία η καρδιά είναι απλώς μια αντλία, μια πολύ ωραία αντλία, που δε δημιουργεί απολύτως τίποτα».
Η αεραντλία του Ντιμπέικι αναπληρώνει την αριστερή κοιλία, συμπιέζει, δηλαδή, ρυθμικά το αίμα που έχει οξυγονωθεί στους πνεύμονες και προέρχονται από τον αριστερό κόλπο για να το εξακοντίσει στην αορτή. Η μισή αυτή καρδιά, κατασκευασμένη από ειδική ρητίνη σιλικόνης ενισχυμένη με Dacron, τοποθετείται ανάμεσα στις πλευρές του πάσχοντος. Ένας πλαστικός σωλήνας που συγκοινωνεί με τον αριστερό κόλπο της φυσικής καρδιάς, δέχεται το αίμα που προέρχεται από την πνευμονική κυκλοφορία, ενώ ένας δεύτερος αγωγός εξόδου έχει συνδεθεί στην εξωτερική επιφάνεια της θωρακικής αορτής. Με τον τρόπο αυτό σχηματίζεται μια παρακαμπτήρια, που αποκλείει την καρδιακή κοιλία την οποία θέλουμε να θέσουμε εκτός λειτουργίας.
Στο θάλαμο 24 του καρδιοχειρουργικού τμήματος ο Μ. Ντιρούντερ, ο άνθρωπος ο οποίος χωρίς εκείνη την επέμβαση δεν είχε καμιά ελπίδα ζωής, δεν είχε ακόμα ανανήψει. Τα ανακοινωθέντα του Νοσοκομείου δε μιλούσαν για βελτίωση: «Ο ασθενής εξακολουθεί να μην έχει ανανήψει. Υπάρχουν φόβοι μήπως υπέστη βλάβες ο εγκέφαλος. Η πίεση του αίματος κι ο σφυγμός παραμένουν φυσιολογικά. Το υποκατάστατο της αριστερής κοιλίας εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά». Ύστερα όμως από 40 ώρες, η περίεργη αυτή καρδιά έπαυσε να χτυπά. Κάποιος κατηγόρησε τον Ντιμπέικι για ασπλαχνία και υπέρμετρο ζήλο για περιπέτειες. Οι σοβαροί «New York Times» έγραφαν: «Βρισκόμαστε μακριά από το κλίμα της περίσκεψης που επιβάλλει η επιστήμη, ειδικά όταν παίζονται ανθρώπινες ζωές». Ο Ντιμπέικι όμως εξακολουθούσε να πιστεύει στην ιδέα του.
«Εφόσον λειτούργησε για 48 ώρες», λέει σ’ ένα δημοσιογράφο, «θα μπορέσουμε κάποτε, αργά ή γρήγορα, να την κάνουμε να λειτουργήσει για 40 χρόνια. Δεν αμφισβητώ το δικαίωμα να έχει ο καθένας τη γνώμη του, αλλά δε βλέπω πώς είναι δυνατόν να αποδοκιμάζει κανείς μια νέα μέθοδο μόνο και μόνο επειδή είναι νέα. Η πρόοδος είναι ένα άθροισμα προσπαθειών, όλα όσα γίνονται σήμερα στο πεδίο της ιατρικής χρειάστηκε να τα πειραματιστούν μια πρώτη φορά. Ας θυμηθούμε τον πρώτο δαμαλισμό του Jenner ή τις μεγάλες επεμβάσεις των καινοτόμων. Επιχείρησα ένα πείραμα σε ανθρώπινο πλάσμα, αλλά η απόφαση ελήφθη με κοινή συναίνεση. Ο Μαρσέλ Ντιρούντερ πέθανε για λόγους που δεν εξαρτώντο από το μηχάνημα. Κάποια μέρα η μεταμόσχευση καρδιάς θα γίνει επέμβαση αρκετά απλή, αλλά πρέπει να λυθούν τα προβλήματα της πήξης του αίματος, τα προβλήματα της καταστροφής των κυττάρων που οφείλεται στη λειτουργία της αντλίας και του ασυμβίβαστου μεταξύ ιστών και ξένων υλών. Η καρδιά μας, που μέχρι τώρα χρησιμοποιήσαμε μόνο σε απελπιστικές περιπτώσεις και σε άτομα που δεν θα είχαν οποιαδήποτε δυνατότητα επιβίωσης, θα χρησιμεύσει για να βοηθήσει τις άρρωστες καρδιές να αντέξουν στο βάρος του καθημερινού τους φορτίου, ώσπου να αναλάβουν τις δυνάμεις τους και να είναι πάλι σε θέση να προχωρήσουν μόνες τους».
Ο Μίκαελ Έλλις Ντιμπέικι, ασφαλώς ένας από τους πιο επιφανείς ειδικούς της χειρουργικής των αγγείων, ο άνθρωπος που εγκαινίασε ένα τολμηρότατο κεφάλαιο στη σχετικά πρόσφατη ιστορία των καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων, γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1908 στο Lake Charles της Λουϊζιάνας. Στη χειρουργική τον μύησε ένας μεγάλος διδάσκαλος, ο Ουίλιαμ Όφνερ (William Ofner), του Πανεπιστημίου Tulane της Νέας Ορλεάνης. Σε ηλικία σαράντα ετών διευθύνει το Χειρουργικό Τμήμα του Πανεπιστημιακού Ιατρικού Κολλεγίου Baylor στο Χιούστον. Τέσσερα χρόνια πριν, είχε σχεδιάσει ένα περιστροφικό μηχάνημα για τη μετάγγιση, την αντλία DeBakey, που εφαρμόζεται στις περισσότερες συσκευές εξωσωματικής κυκλοφορίας.
Το 1948 εγκαινιάζει τη χειρουργική θεραπεία των ανευρυσμάτων της θωρακικής αορτής με την τεχνική της εμφράξεως και το 1952 εκτελεί με επιτυχία την πρώτη εγχείρηση εκτομής και υποκατάστασης με μόσχευμα, ενός ατρακτοειδούς ανευρύσματος της κατιούσας αορτής. Σε σύντομα χρονικό διάστημα έγινε ο μεγαλύτερος ειδικός της χειρουργικής θεραπείας των ανευρυσμάτων της αορτής, ιδίως των τμημάτων της εκείνων που ο Ντιμπόστ, ο πρώτος που πραγματοποίησε την εκτομή και την υποκατάσταση με αυτομόσχευμα ενός ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής, χαμηλότερα από την έκφυση των νεφρικών αρτηριών, σε ανακοίνωσή του στο Διεθνές Ιατρικό Συνέδριο του 1952, είχε χαρακτηρίσει «χειρουργικά απροσπέλαστα».
Περισσότεροι από 10.000 ασθενείς, από τους πιο ταπεινούς ανθρώπους έως τον δούκα του Ουίνσδωρ,[1] έχουν καταγραφεί στο αρχείο του.
Ο Μίκαελ Έλλις Ντιμπέικι πέθανε το 2008 σε ηλικία 99 ετών.

Βλαντιμίρ Ντεμίκοβ (Vladimir Demikhov)
Μεταφερόμαστε μακριά από το Χιούστον του Τέξας, στο Ινστιτούτο Sklifosovsky της Μόσχας, που το διεύθυνε ο Βλαντιμίρ Ντεμίκοβ (Vladimir Demikhov) (1915-1998). Στο εργαστήριο μεταμόσχευσης οργάνων εκτελούνταν πειράματα μεγάλου ενδιαφέροντος. Επρόκειτο για μεταμοσχεύσεις σε ζώα, αλλά το όνειρο του Ντεμίκοβ ήταν να μεταμοσχεύσει μια μέρα την καρδιά ενός ανθρώπου στο θώρακα ενός άλλου. Το 1962, η φωτογραφία του Griska, του σκύλου με τις δυο καρδιές κάνει το γύρο του κόσμου. Ήταν ένα ωραίο τσοπανόσκυλο που έτρεχε και πηδούσε όπως όλα τα άλλα. Το γεγονός ότι είχε δυο καρδιές του έφερνε ως μόνη ενόχληση τα αδιάκοπα ηλεκτροκαρδιογραφήματα, εκτός από τις ακροάσεις και στις δυο πλευρές του θώρακά του από τους πιο δύσπιστους από τους επισκέπτες του Ινστιτούτου, για να βεβαιωθούν ότι μέσα του χτυπούν δυο καρδιές.
Ο Griska ήταν το αριστούργημα του Ντεμίκοβ, που, φοιτητής ακόμα, ονειρευόταν πειράματα μεταμόσχευσης καρδιάς, έναν τύπο επέμβασης που η ιατρική βιβλιογραφία του καιρού εκείνου δεν είχε λάβει καθόλου υπόψη της. Έπρεπε να προχωρήσει δοκιμαστικά, και όλοι οι σκύλοι που χρησιμοποίησε στα πρώτα του πειράματα πέθαιναν στο χειρουργικό τραπέζι. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Ντεμίκοβ, πολλά χρόνια αργότερα, διάλεξε ως «μότο» ενός κεφαλαίου του βιβλίου του, που ασχολείται με το πρόβλημα της μεταμόσχευσης οργάνων, τα εξής λόγια του Παβλόφ: «Να ποικίλλεις τα πειράματα επ’ άπειρον, όσο το επιτρέπει το πνεύμα του ανθρώπου, αυτός είναι ο θεμελιώδης κανόνας της εργασίας του φυσιολόγου».
Σιγά-σιγά, μέρα με τη μέρα, τα ζώα που χειρουργούσε ο Ντεμίκοβ κατορθώνουν να ξεφύγουν το θάνατο, πρώτα για μερικές ώρες, ύστερα για μερικές μέρες, τέλος για κάμποσες εβδομάδες. Μια μέρα, στο εργαστήριο του Ινστιτούτου, εμφανίζεται ένα ζώο ασυνήθιστο: ένας σκύλος με δυο κεφάλια. Μεταμοσχεύτηκε στο λαιμό ενός τσοπανόσκυλου το κεφάλι ενός κουταβιού κυνηγετικού σκύλου. Οι θρεπτικές ουσίες και το οξυγόνο έφταναν στο μεταμοσχευμένο κεφάλι μέσω των αιμοφόρων αγγείων του σκύλου που το φιλοξενούσε. Ήταν τόσο αστείο να βλέπει κανείς αυτό το σκυλί να πίνει γάλα από δυο διαφορετικά κύπελλα ή να τρώει με όρεξη διπλή μερίδα λουκάνικα. Ένα από αυτά τα σκυλιά με τα δυο κεφάλια μπόρεσε να επιζήσει 29 ημέρες.
«Κι όμως», γράφει ο Ντεμίκοβ, «ακόμα και οι μεταμοσχεύσεις διαφόρων ιστών φαινόταν πράγμα αδύνατο εδώ και λίγο καιρό. Το αίμα π.χ. είναι ένας υγρός ιστός και πολλοί ασθενείς πέθαναν μετά από τη μετάγγιση, γιατί κανένας, πριν από τον Λαντστάινερ, δεν είχε ανακαλύψει ότι το ανθρώπινο αίμα μπορεί να ανήκει σε 4 διαφορετικές ομάδες, μεταξύ των οποίων υπάρχουν μερικές μορφές ασυμβατότητας». Ο Ντεμίκοβ υποστήριζε ότι μπορεί να εξαλειφθεί η βιολογική ασυμβατότητα στις μεταμοσχεύσεις οργάνων σε ζώα του ίδιου είδους. Έπρεπε να ανακαλυφθούν όμως νέες και πιο ασφαλείς χειρουργικές τεχνικές. Ο σκύλος Griska άνοιξε ορίζοντες που, πριν λίγο καιρό ακόμα, φαίνονταν πολύ μακρινοί.
Ο μεγάλος στόχος του Ντεμίκοβ ήταν ο άνθρωπος. «Αλλά για την επιχείρηση αυτή - ασφαλώς την πιο συναρπαστική στην Ιστορία της Χειρουργικής - πρέπει να προετοιμαστούμε με επιμέλεια».
Ο Ντεμίκοβ άρχισε στη συνέχεια να πραγματοποιεί αναζωογονήσεις καρδιάς και πνευμόνων, παρμένων από θύματα ατυχημάτων. Είχε τη γνώμη ότι τέτοια ανθρώπινα όργανα μπορούν να αντικαταστήσουν τα άβολα και ατελή μηχανήματα που χρησιμοποιούνταν τότε από τις διάφορες χειρουργικές σχολές. Σκέφτηκε να τοποθετήσει την καρδιά και τους πνεύμονες σε μια διαφανή πλαστική θήκη και να τα ενώσει με τα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία του κάτω άκρου. «Το ζωντανό αυτό μηχάνημα θα μπορούσε να λειτουργεί μέρες και μήνες, απαλλάσσοντας την καρδιά του ασθενούς από μεγάλο μέρος του έργου της.
»Αν καρδιές και πνεύμονες αναζωογονημένα λειτουργήσουν κανονικά, θα μπορούν να μεταμοσχεύονται στο θώρακα, αλλά», προσθέτει ο Ντεμίκοβ, «αυτό είναι θέμα που αφορά το αύριο, δηλαδή μια άλλη μέρα τη Ιατρικής». Η «άλλη» αυτή μέρα επρόκειτο όμως να έρθει πολύ πιο σύντομα από ό,τι περίμενε κανείς. Στους τελευταίους μήνες του 1968, ο Κρίστιαν Μπάρναρντ (Christiaan Barnard) (1922-2001) μεταμόσχευσε στην Πόλη του Ακρωτηρίου, στη Ν. Αφρική, την πρώτη ανθρώπινη καρδιά στο στήθος ενός άλλου ανθρώπου, που ήταν καταδικασμένος να πεθάνει. Σήμερα, αρκετές δεκάδες ανθρώπων ζουν σε όλο τον κόσμο με την καρδιά ενός νεκρού συνανθρώπου τους.

[1] Στον οποίον μέσα σε 77 λεπτά της ώρας, αντικατέστησε, το 1964, ένα τμήμα αρτηρίας με σωλήνα από Dacron.

Οι καρδιοχειρουργοί Christiaan Barnard και Michael DeΒakey

22/11/2009

Αλβέρτος Σέιμπιν (Albert Sabin)

Στο Cincinnati, τη δεύτερη πόλη του Οχάιο, όλοι πιστεύουν ότι η πόλη τους διαθέτει κάτι πιο σημαντικό από τα χαλυβουργεία της, τα εργοστάσια ουίσκι και το Ωδείο της που γιορτάζει την εκατονταετηρίδα του. Αυτό το πιο σημαντικό είναι ένας άνθρωπος: ο Άλμπερτ Σέιμπιν, ο Πολωνός που γεννήθηκε το 1906, στο Bialystok, που τότε ανήκε στη Ρωσία. Το 1921 άφησε τη γενέτειρά του, για να αποφύγει τους διωγμούς κατά των Εβραίων (ο ίδιος ήταν Εβραίος), και εγκαταστάθηκε στις Η.Π.Α.
Το 1930 πήρε την αμερικανική ιθαγένεια και τον επόμενο χρόνο το δίπλωμά του από την Ιατρική Σχολή της Νέας Υόρκης. Εκεί θα εργαστεί αρχικά ως ερευνητής στα εργαστήρια του Ινστιτούτου Ροκφέλερ.
Το 1939 τον προσέλαβε το Πανεπιστήμιο του Cincinnati ως υφηγητή, εντεταλμένο να διδάσκει το μάθημα της παιδιατρικής. Το 1946 τοποθετήθηκε επικεφαλής της ομάδας παιδιατρικών ερευνών. Στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν σύμβουλος της Αμερικανικής Στρατιωτικής Επιτροπής ιών (U.S. Army Epidemiological Board’s Virus Committee), δηλαδή των ιών που εντοπίζονται κατά προτίμηση στο νευρικό ιστό.
Ο νεαρός δόκτωρ Σέιμπιν είχε στην αρχή προσανατολίσει τις έρευνές του προς τα προβλήματα διαφόρων λοιμωδών νοσημάτων. Πολύ σύντομα όμως συγκέντρωσε όλη του την προσοχή και την απίστευτη ικανότητά του για εργασία στο θέμα της πολιομυελίτιδας.
Την πολιομυελίτιδα, την τρομερή αυτή νόσο, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια ακόμα μάστιζε αλύπητα τον κόσμο των παιδιών, είχε αναφέρει πρώτη φορά, το 1813, σε σύντομο κλινικό σημείωμα ο χειρουργός του Μιλάνου Τζιοβάνι Μπατίστα Μοντέτζια (Giovanni Battista Monteggia) (1762-1815). Την πρώτη πάντως πλήρη περιγραφή έκανε, το 1840, ο Γερμανός φον Χάινε (Jakob Georg Heine) (1800-1879). Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο παιδίατρος Καρλ Όσκαρ Μεντίν (Karl Oscar Medin) (1847-1927) δημοσίευσε με στοιχεία από τις επιδημίες του 1887 και του 1895 στη Σουηδία, μια πλήρη ανατομοκλινική περιγραφή της οξείας πρόσθιας πολιομυελίτιδας (δηλαδή βλάβη των προσθίων κεράτων του νωτιαίου μυελού) ή παιδικής παράλυσης ή, όπως την έλεγαν άλλοι, της «νόσου των Heine-Medin».












Η επιστήμη απέδειξε έτσι ότι η μολυσματική αυτή νόσος με την επιδημική διαδρομή χαρακτηριζόταν, από ανατομική άποψη, από βλάβη της φαιάς ουσίας των προσθίων κεράτων του νωτιαίου μυελού, από όπου ξεκινούν τα νωτιαία κινητικά νεύρα και, από κλινική άποψη, από πορεία που εκδηλώνεται με δύο εξάρσεις της θερμοκρασίας και ένα σύντομο ενδιάμεσο διάστημα χωρίς πυρετό (τη λεγόμενη «θερμομετρική καμπύλη εν είδη δρομάδας»).
Το 1913, ο παθολόγος Σίμων Φλέξνερ (Simon Flexner) (1863-1944), διευθυντής του Ινστιτούτου Ροκφέλερ της Νέας Υόρκης, και ο Ιάπωνας μικροβιολόγος Χιντέγιο Νογκούκι,[1] κατόρθωσαν να καλλιεργήσουν σε ειδικό υπόστρωμα από εκχύλισμα του νευρικού ιστού ατόμων που πέθαναν από πολιομυελίτιδα, «κάτι» που μπορούσε να αναπαραγάγει τη νόσο σε πιθήκους.
Σήμερα η φύση αυτού του μυστηριώδους παράγοντα είναι γνωστή στην επιστήμη: πρόκειται για το διηθητό ιό που μπορεί να φωτογραφηθεί με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, οπότε αποκαλύπτει όψη σφαιρικού ή ελλειψοειδούς σωματιδίου, με διάμετρο από 8 έως 37 εκατομμυριοστά του χιλιοστομέτρου.
Επί πολλά χρόνια πίστευαν ότι ο ιός της πολιομυελίτιδας μπαίνει στο σώμα μόνο από τη ρινική οδό, επειδή την πειραματική μόλυνση την είχαν πετύχει με ενστάλαξη του ιού στη μύτη του πειραματόζωου με συνέπεια την ιστολογική βλάβη του οσφρητικού νεύρου.
Ο Σέιμπιν (1940-41) ασχολήθηκε με το πρόβλημα αυτό και μαζί μ' άλλους Αμερικανούς ερευνητές, άλλαξε τη γνώμη αυτή. Απέδειξε ότι ο ιός της πολιομυελίτιδας - στον άνθρωπο καθώς και στους ανώτερους πιθήκους - διεισδύει από το στόμα και αποβάλλεται με τα κόπρανα. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε στη σκέψη ότι ο ιός, ύστερα από μια αρχική εντόπιση στα έντερα, περνά στο αίμα και τέλος, αλλά όχι πάντοτε, εντοπίζεται στο νευρικό ιστό.
Επί χρόνια οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι ιολόγοι προσπαθούσαν να αναγάγουν σε μερικούς θεμελιώδεις τύπους τον αιτιολογικό παράγοντα της πολιομυελίτιδας. Διέκριναν και ξεχώρισαν τρία στελέχη ιού πολιομυελίτιδας: τον τύπο Ι, ή τύπο Brunhilde (από το όνομα της πιθήκου από την οποία τον απομόνωσαν), που είναι ο πιο συνηθισμένος (το 85% των περιπτώσεων, κατά την αμερικανική στατιστική του Μπόνπαν), τον τύπο ΙΙ, ή τύπο Lansing (από το όνομα της πόλης στο Μίσιγκαν, όπου για πρώτη δορά απομονώθηκε), που συναντάται στο 12% των περιπτώσεων, και, τέλος, τον τύπο ΙΙΙ, ή τύπο Leon (από το όνομα του μικρού παιδιού από το οποίο απομονώθηκε), που είναι ο πιο σπάνιος (συναντάται μόνο στο 3% των περιπτώσεων).
Ύστερα απ’ όλα αυτά ήταν φυσικό, στην επικείμενη μεγάλη μάχη κατά της πολιομυελίτιδας, να σκεφτούν τον προληπτικό εμβολιασμό με μίγμα των τριών αυτών ιών.
Αυτό το δρόμο ακολούθησε, το 1954, ο Ιωνάς Σολκ (Jonas Salk) (1914-1995), διευθυντής του μικροβιολογικού εργαστηρίου του Πανεπιστημίου του Pittsburg. Ο ορός κατά της πολιομυελίτιδας αποτελείτο από νεκρούς ιούς. Σύντομα όμως και χωρίς να αρνούνται την εξαιρετική σημασία αυτού του πρώτου συστήματος, οι επιστήμονες αντέτειναν, μαζί με τον Σέιμπιν, ότι το όπλο του Σολκ κατευθυνόταν περισσότερο κατά των παραλυτικών εκδηλώσεων, παρά κατά της ίδιας της νόσου. Ο Άλμπερτ Σέιμπιν, πράγματι, από το 1952, προσανατόλισε την έρευνά του προς μια ιδιαίτερη κατεύθυνση.
Από το 1955-57, στα εργαστήριά του έγιναν πειράματα σε 8.000 πιθήκους, 146 χιμπατζήδες και 133 ανθρώπους, ηλικίας από 21-27 ετών, όλους εθελοντές που προέρχονταν από τις αμερικανικές φυλακές. Ο Σέιμπιν, τον Αύγουστο του 1956, ανέπτυξε προσωπικά στο Διεθνές Συνέδριο Παιδιατρικής, που έγινε στην Κοπεγχάγη ένα από τα πιο σπουδαία μεταπολεμικά συνέδρια - τη θεωρία του: «Ποια υπήρξε, θα διερωτηθεί κανείς, η αφετηρία των ερευνών μας;». «Είναι γνωστό», λέει ο Σέιμπιν, «ότι ο ιός της πολιομυελίτιδας μπορεί να μεταδοθεί με δυο τρόπους: με τις τροφές, οι οποίες ενδεχομένως είναι μολυσμένες, ή από άλλο δρόμο, που μπορεί να είναι τα παρίσθμια, με άμεση δίοδο του ιού στο αίμα. Στην ειδική αυτή περίπτωση, το εμβόλιο του καθηγητή Σολκ, που η πείρα του βοήθησε βέβαια την πορεία της δικής μου εργασίας, αποδείχθηκε αποτελεσματικό, γιατί τα αντισώματα, που δημιουργούνται, εμποδίζουν τον ιό να φθάσει στα νευρικά κέντρα, που είναι το πιο τρωτό σημείο των ατόμων που προσβλήθηκαν από πολιομυελίτιδα. Απομένει όμως η πιο διάχυτη λοίμωξη, η εντερική, εκείνη δηλαδή που επέρχεται με τη λήψη των τροφών. Είναι η περίπτωση ακριβώς που αποδεικνύει τη χρησιμότητά του το νέο μου εμβόλιο κατά της πολιομυελίτιδας, που δίνεται από το στόμα. Ενώ το εμβόλιο του καθηγητή Σολκ έχει παρασκευαστεί από νεκρούς ιούς, εμείς χρησιμοποιούμε ζωντανούς ιούς που εμποδίζουν το φορέα της μόλυνσης να φθάσει στα ζωτικά μέρη του οργανισμού, όπως είναι ο νωτιαίος μυελός.
» Αυτό δε σημαίνει - όπως θέλησαν να πουν μερικοί δημοσιογράφοι που κυνηγούν φανταστικές υποθέσεις - ότι δεν εκτιμώ τη σημασία της ανακάλυψης του εμβολίου του Σολκ. Απλά τόνισα ένα σημαντικό γεγονός, το εξής: το εμβόλιό του έχει αποτελεσματικότητα περιορισμένη σ’ ένα έτος, και, συνεπώς, επιβάλλεται ο περιοδικός εκ νέου εμβολιασμός. Επί πλέον, ένα λίτρο νεκρού εμβολίου μόλις και μετά βίας αρκεί για 300 άτομα και μπορεί να ανοσοποιήσει μόνο για τρεις τύπους ιού πολιομυελίτιδας, ενώ η λοιμώδης κλίμακα νομίζω ότι είναι ευρύτερη. Αντίθετα, ένα λίτρο του δικού μου εμβολίου μπορεί να ανοσοποιήσει 100.000 άτομα. Αρκεί μια σταγόνα διαλυμένη σε μια κουτάλα γάλα ή σιρόπι. Είναι πάμφθηνο. Καμιά χώρα δε θα έπρεπε να παραμελήσει τη μαζική χορήγηση του προϊόντος αυτού».
Θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι πρόκειται για μια από τις τόσες εμπορικές μάχες τις μεταμφιεσμένες σε επιστημονικό αλτρουισμό. Αλλά ο Άλμπερτ Σέμπιν, αφού πρώτα πρόσφερε στον κόσμο τη σωτηρία για εκατομμύρια παιδάκια, έκανε μια χειρονομία εξίσου υψηλή στο ηθικό επίπεδο. Αρνείται να πάρει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την ανακάλυψή του, παραιτείται από κάθε κέρδος, προσφέρει την ανακάλυψή του στα παιδάκια όλου του κόσμου και εξακολουθεί να ζει με το μισθό του πανεπιστημιακού καθηγητή. «Δε θέλω», λέει, «η συμβολή μου στην ευημερία της ανθρωπότητας να πληρωθεί με χρήματα».
Και η συμβολή αυτή είναι πράγματι ανυπολόγιστη. «Ο μισθός μου του καθηγητή μου φθάνει», θα πει σε συνέντευξη στην τηλεόραση. «Κατά τη σταδιοδρομία μου έλαβα πολλές επιστημονικές αναγνωρίσεις κι ένα μόνο βραβείο σε χρήματα: τα 25 εκατομμύρια λιρέτες του Φελτρινέλλο που μου απένειμε η ιταλική Ακαδημία των Λίντσι. Τα χρησιμοποιώ για μερικές οικογενειακές υποθέσεις. Παντρεύτηκα αργά και πρέπει να κάνω λίγες οικονομίες για τα παιδιά μου».
Κάθε πρωί άφηνε το σπίτι του στα προάστια του Cincinnati, και περνούσε όλη την ημέρα του στο εργαστήριό του, στον 5ο όροφο του Νοσοκομείου των Παίδων του Cincinnati.
Πολλές ώρες της ημέρας περνούσε ο Σέιμπιν στο μικροσκόπιο, με τα πειραματόζωα και στη βιβλιοθήκη για συνεχή ενημέρωση. «Η εργασία», έλεγε, «είναι η μόνη μου αναψυχή, η πραγματική μου διασκέδαση». Δεν του άρεσε η ομαδική εργασία, αλλά προτιμούσε να προχωρά μόνος του. Είχε λίγους βοηθούς, από τους οποίους μερικοί ήρθαν από πολύ μακριά για να μπορέσουν να εργαστούν μαζί του.
Δυο φορές την εβδομάδα το αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου γέμιζε ασφυκτικά για τα μαθήματά του. Η Amy και η Debora, οι κόρες του, βοηθούσαν κάπου-κάπου τον πατέρα τους να τακτοποιεί τον τεράστιο όγκο αλληλογραφίας, που έφτανε καθημερινά απ’ όλα τα μέρη του κόσμου.
Ο άνθρωπος που νίκησε την πολιομυελίτιδα και που, ως γνησιότερη αμοιβή γι’ αυτό, αρκέστηκε στο χαμόγελο των μικρών παιδιών, καταπιάστηκε αργότερα με το πρόβλημα του καρκίνου. Είχε εμπιστοσύνη και προπαντός ελπίδα. Το επανέλαβε σ’ ένα του ταξίδι του στην Ιταλία:
«Η ανακάλυψη νέων γνώσεων που οφείλονται στους κόπους και στην αφοσίωση χιλιάδων ατόμων σε όλο τον κόσμο, είναι διαδικασία αργή, αλλά, ευτυχώς, αθροιστική και μπορεί να πει κανείς ότι τον τελευταίο αιώνα ο άνθρωπος μπόρεσε να μάθει σχετικά με τον εαυτό του και με τον κόσμο που τον περιβάλλει πιο πολλά από όσα είχε μάθει στους δεκάδες αιώνες που προηγήθηκαν.
» Η εκρηκτική αυτή ανάπτυξη της επιστήμης συνεχίζεται με ρυθμό όλο και πιο ταχύ και δίνει στον άνθρωπο την ικανότητα ελέγχου πάνω στην ίδια του τη ζωή και στις δυνάμεις που τον περιβάλλουν. Κάποτε πίστευαν ότι οι αρρώστιες είναι τιμωρία που επιβάλλεται στον άνθρωπο για τα αμαρτήματά του και ότι ο πόνος, το άγχος και ο πρόωρος θάνατος αποτελούν μέρος της ανθρώπινης μοίρας. Δεν είναι πολύς καιρός που η μέση διάρκεια της ζωής δεν ξεπερνούσε τα 25-30 χρόνια έναντι των 70, που σημειώνονται τώρα στις οικονομικά πιο προοδευμένες χώρες. Πάνω από τα μισά παιδιά που γεννιόνταν ζωντανά πέθαιναν προτού φθάσουν τα 5 χρόνια της ηλικίας τους και μπορώ να βεβαιώσω ότι η μεγαλύτερη συμβολή μιας νεώτερης ιατρικής στην επιβίωση του ανθρώπου έχει τις ρίζες της στη βαθύτερη γνώση της φύσης των λοιμωδών νοσημάτων».
Πόση είναι η μερίδα του Άλμπερτ Σέιμπιν σ’ αυτή τη συμβολή είναι φανερό σε όλους: ο Αμερικανός σοφός συνδύασε πράγματι τη δύναμη του πνεύματος με την ευγένεια της καρδιάς. Ο Σέιμπιν πέθανε το 1993, σε ηλικία 87 ετών, από καρδιακή ανεπάρκεια.

[1] Είναι ο πρώτος που πέτυχε την καλλιέργεια της ωχρής σπειροχαίτης και απέδειξε τη παρουσία της στον εγκεφαλικό ιστό ατόμων που είχαν πεθάνει από προϊούσα γενική παράλυση.
Ο Albert Sabin (αριστερά) και ο Jonas Salk (κέντρο), μαζί με τον Basil O’Connor το 1961.